Ο ψυχολόγος Φάνης Δέδες εξετάζει γιατί η κατανόηση όσων μας συμβαίνουν δεν οδηγεί πάντα σε αλλαγή, και τι μπορούν να προσθέσουν η εμπειρία και η σχέση με έναν θεραπευτή. Αν έχεις καταλάβει κάτι για τον εαυτό σου και εξακολουθείς να το ζεις ξανά και ξανά, το άρθρο αυτό παρουσιάζει τι λέει η έρευνα και πού σταματούν τα ευρήματα.
Από την επίγνωση στην ψυχική αλλαγή
Ξέρεις ότι δεν υπάρχει πραγματικός λόγος να φοβάσαι, αλλά εξακολουθείς να φοβάσαι. Αναγνωρίζεις ότι μια σχέση σε πληγώνει, αλλά δυσκολεύεσαι να απομακρυνθείς. Έχεις καταλάβει γιατί αντιδράς με έναν συγκεκριμένο τρόπο· όταν όμως βρεθείς ξανά σε μια παρόμοια κατάσταση, διαπιστώνεις ότι επαναλαμβάνεις την ίδια αντίδραση. Αυτή η απόσταση ανάμεσα σε όσα γνωρίζουμε για τον εαυτό μας και σε όσα μπορούμε τελικά να κάνουμε διαφορετικά αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της ψυχοθεραπείας. Συχνά θεωρούμε ότι, εφόσον κατανοήσουμε την αιτία ενός φόβου ή μιας επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς, θα είμαστε πλέον σε θέση να την αλλάξουμε. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Η επίγνωση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ψυχική αλλαγή, χωρίς να αποτελεί αναγκαία ή επαρκή συνθήκη σε κάθε περίπτωση. Η κατανόηση μιας δυσκολίας και η δυνατότητα διαφορετικής ανταπόκρισης δεν είναι ταυτόσημες διαδικασίες. Αυτό δεν υποτιμά την αυτοκατανόηση. Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση διαπίστωσε ότι η εναισθησία (insight), δηλαδή η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς συνδέσεις ανάμεσα στην προσωπική του ιστορία, στα συναισθήματα και στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του, σχετίζεται με καλύτερη έκβαση της ψυχοθεραπείας [1]. Η σχέση αυτή, όμως, είναι συσχετιστική: δεν αποδεικνύει ότι η κατανόηση προκαλεί από μόνη της την αλλαγή. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν χρειάζεται να κατανοούμε τον εαυτό μας, αλλά τι μεσολαβεί ανάμεσα στην κατανόηση και στην πραγματική μεταβολή.
Γιατί εξακολουθώ να φοβάμαι, ενώ γνωρίζω ότι δεν κινδυνεύω;

Ας υποθέσουμε ότι αποφεύγεις να μιλήσεις μπροστά σε άλλους ανθρώπους επειδή φοβάσαι την αρνητική αξιολόγηση. Μπορεί να γνωρίζεις ότι οι περισσότεροι δεν σε παρατηρούν τόσο αυστηρά όσο φαντάζεσαι και να έχεις ήδη ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε αντίστοιχες περιστάσεις. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να μιλήσεις, το άγχος εμφανίζεται σχεδόν ακαριαία και η ανάγκη να απομακρυνθείς γίνεται έντονη. Το πρόβλημα δεν είναι απαραίτητα ότι δεν έχεις καταλάβει αρκετά. Η λογική αναγνώριση ενός φόβου και οι συναισθηματικές αντιδράσεις που έχουν συνδεθεί μαζί του δεν μεταβάλλονται υποχρεωτικά με τον ίδιο τρόπο. Η έρευνα για τη θεραπευτική έκθεση προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η έκθεση δεν περιορίζεται στο να εξηγήσει κανείς ότι μια κατάσταση είναι λιγότερο επικίνδυνη απ’ όσο θεωρεί. Σε κατάλληλο θεραπευτικό πλαίσιο, δημιουργεί συνθήκες στις οποίες οι προσδοκίες μπορούν να δοκιμαστούν απέναντι στην εμπειρία. Ένα σημαντικό μοντέλο για την κατανόηση αυτής της διαδικασίας είναι η ανασταλτική μάθηση [2].
Σύμφωνα με αυτό, η προηγούμενη μάθηση του φόβου δεν διαγράφεται αναγκαστικά. Μέσα από νέες εμπειρίες μπορεί να αναπτυχθεί μια διαφορετική μάθηση, που επιτρέπει στο άτομο να μην καθορίζεται αποκλειστικά από την παλιά του προσδοκία. Σημαντική θέση έχει η παραβίαση των προσδοκιών: η εμπειρία κατά την οποία το αρνητικό αποτέλεσμα που προβλέπαμε δεν επαληθεύεται ή διαφέρει ουσιαστικά από αυτό που περιμέναμε. Έτσι, μπορεί κάποιος να εξακολουθεί να αισθάνεται άγχος σε μια κοινωνική κατάσταση, αλλά να διαπιστώνει σταδιακά ότι μπορεί να παραμείνει σε αυτήν. Δεν αποκτά απλώς μία ακόμη πληροφορία· αποκτά τη δυνατότητα μιας νέας εμπειρίας. Η ανασταλτική μάθηση, πάντως, είναι ένα συγκεκριμένο θεωρητικό μοντέλο για την έκθεση και όχι καθολική εξήγηση κάθε ψυχοθεραπευτικής αλλαγής.
Γιατί συνεχίζω να κάνω κάτι που γνωρίζω ότι με δυσκολεύει;
Μια συμπεριφορά μπορεί να προκαλεί δυσφορία και συγχρόνως να εξακολουθεί να επιτελεί κάποια λειτουργία. Ας σκεφτούμε έναν άνθρωπο που αποσύρεται κάθε φορά που προκύπτει μια έντονη διαφωνία με τον σύντροφό του. Γνωρίζει ότι η απομάκρυνση δυσκολεύει την επικοινωνία. Τη στιγμή της σύγκρουσης, όμως, μπορεί να αποτελεί τον πιο άμεσα διαθέσιμο τρόπο να περιορίσει την ένταση. Εδώ συναντάμε μια σημαντική αντίφαση: αυτό που προσφέρει προσωρινή ανακούφιση μπορεί να συμβάλλει στη μακροπρόθεσμη διατήρηση μιας δυσκολίας. Η αποχώρηση από μια αγχογόνο κατάσταση μπορεί να μειώνει αμέσως τη δυσφορία και, ακριβώς γι’ αυτό, να καθιστά πιθανότερη την επανάληψή της.
Συναφής αλλά ειδικότερη είναι η έννοια της βιωματικής αποφυγής: η προσπάθεια να απομακρύνουμε ή να ελέγξουμε ανεπιθύμητες εσωτερικές εμπειρίες, όπως σκέψεις, συναισθήματα ή σωματικές αισθήσεις. Μετα-ανάλυση μεγάλου αριθμού μελετών ανέδειξε συσχετίσεις της βιωματικής αποφυγής με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, χωρίς αυτό να τεκμηριώνει από μόνο του αιτιώδη σχέση [7]. Η έννοια δεν ταυτίζεται με κάθε συμπεριφορική αποφυγή, ούτε σημαίνει ότι κάθε προσπάθεια περιορισμού της δυσφορίας είναι προβληματική. Σε ορισμένες περιστάσεις, η απομάκρυνση είναι αναγκαία ή προστατευτική. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι επομένως αν μια αντίδραση είναι καλή ή κακή, αλλά τι επιτυγχάνει τη στιγμή που εμφανίζεται και ποιο κόστος έχει όταν γίνεται ο σχεδόν μοναδικός τρόπος ανταπόκρισης. Ούτε, βέβαια, εξηγούνται όλες οι δυσκολίες αποκλειστικά από εσωτερικούς ψυχικούς μηχανισμούς. Οι οικονομικές εξαρτήσεις, οι κοινωνικοί περιορισμοί, οι σχέσεις εξουσίας ή πραγματικές απειλές επηρεάζουν καθοριστικά τις διαθέσιμες επιλογές. Η κατανόηση της ψυχικής λειτουργίας μιας συμπεριφοράς δεν πρέπει να μας κάνει να αγνοούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίζεται.
Γιατί επαναλαμβάνω κάτι που αναγνωρίζω ότι με πληγώνει;

Η συζήτηση γίνεται περισσότερο σύνθετη όταν η επανάληψη αφορά τις σχέσεις. Μπορεί να αναγνωρίζεις ότι αποσύρεσαι όταν φοβάσαι την απόρριψη, ότι γίνεσαι ελεγκτικός όταν αισθάνεσαι ανασφάλεια ή ότι συναντάς ξανά γνώριμες απογοητεύσεις. Η διαπίστωση αυτή είναι σημαντική. Δεν μας επιτρέπει, όμως, να συμπεράνουμε αυτομάτως γιατί συμβαίνει. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση έχει δώσει ιδιαίτερο βάρος στους επαναλαμβανόμενους τρόπους σχέσης και στο πώς προηγούμενες εμπειρίες μπορεί να επηρεάζουν σημερινές προσδοκίες. Στο πλαίσιο αυτής της παράδοσης, η μεταβίβαση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο συναισθήματα και προσδοκίες συνδεδεμένα με σημαντικές προηγούμενες σχέσεις ενδέχεται να ενεργοποιούνται στη σχέση με τον θεραπευτή.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει εργαλεία αξιολόγησης τέτοιων διεργασιών, μεταξύ των οποίων το Core Conflictual Relationship Theme (CCRT), που εξετάζει επαναλαμβανόμενα σχεσιακά θέματα μέσα από αφηγήσεις διαπροσωπικών εμπειριών [3]. Σε μια μελέτη ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας βρέθηκαν συσχετίσεις ανάμεσα σε σχεσιακά μοτίβα που αφορούσαν τους γονείς και σε όσα εμφανίζονταν στη σχέση με τον θεραπευτή, ενώ ορισμένες σχέσεις με τη συμπτωματολογία διαφοροποιούνταν ανάλογα με τη θεραπευτική έκβαση [6]. Πρόκειται για ευρήματα συγκεκριμένου κλινικού δείγματος, όχι για απόδειξη ότι η προσωπική ιστορία καθορίζει αναγκαστικά τις μεταγενέστερες σχέσεις ή ότι τα μοτίβα αυτά αποτελούν τον μοναδικό μηχανισμό αλλαγής. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να έχει μάθει να περιμένει αποδοκιμασία όταν εκφράζει δυσαρέσκεια. Ακόμη και σε μια διαφορετική σχέση, μπορεί να του είναι δύσκολο να διαφωνήσει. Πρόκειται για μια πιθανή κλινική υπόθεση, όχι για έτοιμη εξήγηση που εφαρμόζεται σε όλους. Η προσωπική ιστορία αποκτά σημασία όταν διερευνούμε πώς ορισμένες εμπειρίες εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν, χωρίς να ανάγουμε κάθε δυσκολία σε ένα γεγονός της παιδικής ηλικίας. Η επιμονή ενός μοτίβου δεν αποδεικνύει ούτε έλλειψη θέλησης ούτε συνειδητή επιλογή της δυσφορίας. Χρειάζεται να αναζητήσουμε την ακολουθία εμπειριών, συναισθημάτων και προσδοκιών που κάνει έναν τρόπο αντίδρασης πιθανό να επαναληφθεί.
Τι προσθέτει η ψυχοθεραπεία πέρα από μια καλύτερη εξήγηση;
Αν η κατανόηση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αλλαγή, τι ακριβώς μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία; Δεν υπάρχει μία μοναδική απάντηση. Η θεραπευτική εργασία μπορεί να αφορά τον τρόπο που κατανοούμε τις εμπειρίες μας, τον τρόπο που τις βιώνουμε συναισθηματικά, τις μαθημένες αντιδράσεις μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Ένα σημαντικό βήμα είναι να μπορεί ένα μοτίβο να παρατηρηθεί την ώρα που ενεργοποιείται, όχι μόνο εκ των υστέρων. Είναι διαφορετικό να γνωρίζεις ότι αποσύρεσαι όταν αισθάνεσαι απόρριψη και διαφορετικό να αναγνωρίζεις τη στιγμή κατά την οποία αυτή η απόσυρση αρχίζει να οργανώνεται. Ποιο συναίσθημα προηγείται; Τι φοβάσαι ότι θα συμβεί; Ποια αντίδραση γίνεται σχεδόν αυτόματη;
Ανάλογα με τη θεραπευτική προσέγγιση και τις ανάγκες του ανθρώπου, η εργασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει νέες συμπεριφορικές δοκιμές, επεξεργασία συναισθημάτων, διερεύνηση σχεσιακών μοτίβων ή επανεξέταση προσδοκιών. Οι διαδικασίες αυτές δεν είναι ταυτόσημες και δεν έχουν τεκμηριωθεί όλες με τον ίδιο τρόπο. Μπορούν, ωστόσο, να βοηθήσουν να συνδεθεί η κατανόηση με την εμπειρία και την πράξη.
Γιατί έχει σημασία η σχέση με τον θεραπευτή;

Η θεραπευτική συμμαχία περιγράφει τη συνεργασία θεραπευτή και θεραπευομένου, τη συμφωνία για τους θεραπευτικούς στόχους και την εργασία που απαιτείται, καθώς και τον συναισθηματικό δεσμό που υποστηρίζει αυτή τη συνεργασία. Μετα-ανάλυση 295 ανεξάρτητων μελετών, με περισσότερους από 30.000 θεραπευομένους, κατέγραψε σταθερή θετική συσχέτιση ανάμεσα στην ποιότητα της συμμαχίας και στη θεραπευτική έκβαση [4]. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι η σχέση, από μόνη της, προκαλεί την αλλαγή.
Η θεραπευτική σχέση μπορεί επίσης να αποτελέσει πεδίο παρατήρησης. Ένας άνθρωπος που φοβάται την απόρριψη ενδέχεται να δυσκολεύεται να διαφωνήσει ακόμη και με τον θεραπευτή του. Όταν αυτή η εμπειρία μπορεί να αναγνωριστεί και να εξεταστεί, η θεραπεία δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος υποστήριξης. Μπορεί να γίνει χώρος όπου ο ίδιος ο τρόπος σχετίζεσθαι αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν πρόκειται για μια στιγμιαία αποκάλυψη που λύνει τα πάντα. Η μεταβολή μπορεί να προκύπτει όταν ένας τρόπος λειτουργίας, που προηγουμένως έμοιαζε αυτονόητος, γίνεται σταδιακά περισσότερο αναγνωρίσιμος και λιγότερο υποχρεωτικός.
Πότε μπορούμε να πούμε ότι κάτι αρχίζει πραγματικά να αλλάζει;
Η ψυχική αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι παύεις να αισθάνεσαι φόβο, θυμό ή ανασφάλεια. Μπορεί να αρχίζει όταν ένας τρόπος αντίδρασης που έμοιαζε αναπόφευκτος παύει να αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή. Να αισθάνεσαι φόβο χωρίς να απομακρύνεσαι αμέσως· να αναγνωρίζεις την ανασφάλεια χωρίς να καταφεύγεις υποχρεωτικά στον έλεγχο· να θυμώνεις χωρίς να επαναλαμβάνεις πάντα την ίδια σύγκρουση. Μια σχετική έννοια είναι η ψυχολογική ευελιξία, η δυνατότητα να παραμένει κανείς σε επαφή με δύσκολες εσωτερικές εμπειρίες και να ανταποκρίνεται με τρόπους που δεν καθορίζονται αποκλειστικά από αυτές. Η έννοια έχει ιδιαίτερη θέση στη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT), χωρίς να αποτελεί καθολική περιγραφή όλων των θεραπευτικών διεργασιών.
Η έρευνα για τους μηχανισμούς αλλαγής απαιτεί προσοχή: ακόμη και όταν μια ψυχολογική διεργασία μεταβάλλεται παράλληλα με τη θεραπευτική βελτίωση, δεν μπορούμε αυτομάτως να συμπεράνουμε ότι την προκάλεσε. Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση για τις μεταγνωστικές πεποιθήσεις φωτίζει αυτή τη μεθοδολογική δυσκολία [5]. Δεν εξετάζει άμεσα την ψυχολογική ευελιξία· υπενθυμίζει, όμως, ότι οι υποθέσεις για τους μηχανισμούς αλλαγής χρειάζονται διαφορετική τεκμηρίωση από τη διαπίστωση μιας συσχέτισης. Η αλλαγή, άλλωστε, σπάνια είναι γραμμική. Σε περιόδους έντασης ή απώλειας, γνώριμες αντιδράσεις μπορεί να επανεμφανιστούν. Αυτό δεν ακυρώνει κατ’ ανάγκην την πρόοδο. Το σημαντικό είναι αν μπορείς να τις αναγνωρίζεις νωρίτερα και να διαθέτεις περισσότερους τρόπους ανταπόκρισης.
Τι μπορώ να κάνω με όσα έχω καταλάβει για τον εαυτό μου;
Αν αναγνωρίζεις μια συμπεριφορά που επαναλαμβάνεις παρότι σε δυσκολεύει, ίσως αξίζει να στραφείς για λίγο από το ερώτημα γιατί δεν την έχεις εγκαταλείψει στο ερώτημα τι συμβαίνει όταν εμφανίζεται. Τι προηγείται; Τι αισθάνεσαι; Τι περιμένεις από τον άλλον; Τι σου προσφέρει προσωρινά αυτή η αντίδραση και τι ενδέχεται να σε εμποδίζει να δοκιμάσεις; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι μια έτοιμη συνταγή αλλαγής ούτε υποκαθιστούν την εξατομικευμένη κλινική διερεύνηση. Μπορούν όμως να μετατοπίσουν την προσοχή από την αναζήτηση μιας οριστικής εξήγησης προς την παρατήρηση των συνθηκών στις οποίες μια δυσκολία επαναλαμβάνεται.
Η ψυχοθεραπεία δεν υπόσχεται έναν άνθρωπο χωρίς αντιφάσεις ή δυσφορία. Μπορεί να συμβάλει ώστε η σχέση του με αυτές τις εμπειρίες να γίνει λιγότερο άκαμπτη. Η κατανόηση παραμένει σημαντική, αλλά η θεραπευτική της αξία αποκτά μια διαφορετική διάσταση όταν συνδέεται με νέες εμπειρίες και δυνατότητες ανταπόκρισης. Η γνώση περιγράφει αυτό που συμβαίνει· η αλλαγή διευρύνει αυτό που μπορεί να συμβεί. Ίσως, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα να μην είναι μόνο γιατί μου συμβαίνει αυτό, αλλά και τι χρειάζεται να μεταβληθεί ώστε, όταν βρεθώ ξανά μπροστά στην ίδια δυσκολία, να μπορώ σταδιακά να αισθάνομαι, να σχετίζομαι και να πράττω διαφορετικά.
ℹ️ Το άρθρο αυτό έχει καθαρά ενημερωτικό και υποστηρικτικό χαρακτήρα. Δεν αντικαθιστά τη γνώμη ή τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας. Αν νιώθεις ότι χρειάζεσαι βοήθεια, μη διστάσεις να απευθυνθείς σε ειδικό. Αν βρίσκεσαι σε κρίση, κάλεσε το 1018 ή το 112.
Διάβασε ακόμη
- Πότε σταματάει η ψυχοθεραπευτική διαδικασία;
- Πώς επιλέγουμε τους συντρόφους μας; Από τη Θεωρία της Αγάπης και τη Θεωρία του Δεσμού
Παραπομπές
- Jennissen, S., Huber, J., Ehrenthal, J. C., Schauenburg, H., & Dinger, U. (2018). Association between insight and outcome of psychotherapy: Systematic review and meta-analysis. American Journal of Psychiatry, 175(10), 961–969. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.2018.17080847
- Craske, M. G., Treanor, M., Conway, C. C., Zbozinek, T., & Vervliet, B. (2014). Maximizing exposure therapy: An inhibitory learning approach. Behaviour Research and Therapy, 58, 10–23. https://doi.org/10.1016/j.brat.2014.04.006
- Marazzi, F., Stefana, A., Vecchio, A., & Mensi, M. M. (2025). Transference assessment in psychotherapy: A systematic review. Clinical Psychology & Psychotherapy, 32, e70118. https://doi.org/10.1002/cpp.70118
- Flückiger, C., Del Re, A. C., Wampold, B. E., & Horvath, A. O. (2018). The alliance in adult psychotherapy: A meta-analytic synthesis. Psychotherapy, 55(4), 316–340. https://doi.org/10.1037/pst0000172
- Pukstad, E., Halvorsen, J. Ø., Jensen, M. R., Solhaug, S., & Nordahl, H. (2025). Do metacognitive beliefs satisfy criteria as mechanisms of change in treatment? A systematic review and evidence synthesis. Clinical Psychology Review, 122, 102654. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2025.102654
- Abargil, M., Wiseman, H., Yonatan-Leus, R., & Tishby, O. (2023). Changes in clients’ relational patterns with parents and therapist during psychodynamic psychotherapy: Their association and relation to treatment outcome. Journal of Clinical Psychology, 79(10), 2422–2438. https://doi.org/10.1002/jclp.23559
- Akbari, M., Seydavi, M., Hosseini, Z. S., Krafft, J., & Levin, M. E. (2022). Experiential avoidance in depression, anxiety, obsessive-compulsive related, and posttraumatic stress disorders: A comprehensive systematic review and meta-analysis. Journal of Contextual Behavioral Science, 24, 65–78. https://doi.org/10.1016/j.jcbs.2022.03.007