Όλοι καλούμαστε κατά τη διάρκεια της ζωής μας να αντιμετωπίσουμε τη δύσκολη και πολλές φορές τραυματική εμπειρία της απώλειας και εν συνεχεία του πένθους. Κι όμως, παρά τη συνεχή αναμέτρηση με την απώλεια που βιώνουμε όλοι, έχουμε εκπαιδευτεί κοινωνικά να προσπερνάμε τα συναισθήματα που αυτή μας προκαλεί, είτε εκλογικεύοντάς τα, είτε απωθώντας τα βαθιά μέσα μας. Η απώλεια σαν έννοια έχει πολλά νοήματα και διαφορετική σπουδαιότητα για τον καθένα μας. Αγαπημένα πρόσωπα που φεύγουν από την ζωή, απώλεια της υγείας, σχέσεις που τελειώνουν, ματαίωση ενός οράματος ή ο θάνατος ενός κατοικίδιου. Επίσης, η απώλεια έχει πολύπλοκες επιδράσεις σε διάφορους τομείς της ζωής καθώς συμβολίζει έναν αποχωρισμό (separation) από μια πρότερη γνώριμη κατάσταση και συνεπώς την αναγκαστική προσαρμογή σε μια νέα συνθήκη, μια διαδικασία που πυροδοτεί αλλαγές και συναισθηματικές ανακατατάξεις.

Περί πένθους

Μια φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση έπειτα από μια απώλεια είναι το πένθος. Ο κάθε άνθρωπος πενθεί διαφορετικά το χαμό ενός αγαπημένου προσώπου ανάλογα με τα πρώιμα βιώματα απώλειας, την ιδιοσυγκρασία, τις ψυχοσυναισθηματικές συνθήκες αλλά και την στήριξη που αντλεί από το περιβάλλον του. Το πένθος δεν περιορίζεται στο αίσθημα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου από την καθημερινή ζωή. Είναι μια εσωτερική ψυχική διεργασία που μας βοηθά να διαχειριστούμε την απώλεια; να κατανοήσουμε τις αλλαγές που φέρει σε συναισθηματικό και διαπροσωπικό τομέα, να επιτρέψουμε χρόνο στον εαυτό μας να βιώσει όλα τα έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα που την συνδοεύουν, ώστε να μπορέσουμε έπειτα να ανακάμψουμε και να επαναπροσδιορίσουμε τις συναισθηματικές μας επενδύσεις. Σχετικά με το τελευταίο ο Σίγκμουντ Φρόυντ (1917) έγραψε: «Το αντικείμενο μπορεί να χαθεί, όμως η δυνατότητα αγάπης για ένα νέο αντικείμενο έχει διατηρηθεί»

Τα στάδια του πένθους

Ας εστιάσουμε τώρα στην διαχείριση της απώλειας από θάνατο ή της είδησης για πιθανό/επικείμενο θάνατο. Το 1969, η ψυχολόγος Ελίζαμπεθ Κούμπλερ-Ρος εισήγαγε την περιγραφή των πέντε σταδίων του πένθους:

Άρνηση

«Δεν μπορεί να συμβαίνει σε εμένα αυτό». Η πρώτη προσπάθεια των ατόμων να αντιμετωπίσουν συναισθηματικά την απώλεια χαρακτηρίζεται από άρνηση, συνειδητή ή ασυνείδητη, ως αντίσταση στον πόνο που φέρει η απώλεια. H άρνηση είναι μια φυσιολογική αντίδραση για τον εξορθολογισμό ενός συντριπτικού συναισθήματος. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας που μας προφυλάσσει από το άμεσο σοκ της απώλειας. Όσοι βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση συνήθως δεν είναι σε θέση να μοιραστούν τι αισθάνονται, απομονώνονται και προσωρινά «παίρνουν απόσταση» από το δυσάρεστο συμβάν για να μπορέσουν να διαχειριστούν τον «χείμαρρο» των επώδυνων συναισθημάτων που τους κατακλύζει.

Θυμός

«Γιατί συνέβη αυτό σε μένα; (αναζητώντας τον αποδιοπομπαίο τράγο)». Καθώς η άρνηση υποχωρεί και η απώλεια γίνεται πιο ‘πραγματική’ και συνειδητή, οργή και θυμός μπορεί να χαρακτηρίζουν το άτομο και ίσως συχνά να αρχίσουν να μετατίθενται ευθύνες από το ένα πρόσωπο στο άλλο.

Διαπραγμάτευση

«Κάνε να μη συμβεί αυτό, και (σε αντάλλαγμα) εγώ θα…». Αυτή την αντίδραση την παρατηρούμε συχνά σε ασθενείς/ συγγενείς ασθενών στους οποίους ανακοινώθηκε η είδηση επικείμενου θανάτου. Το άτομο τώρα επιζητεί κάποιους είδους συμφωνία (συνήθως με θρησκευτικό /προς το Θεό) προκειμένου να αναβάλει το αναπόφευκτο. Στο στάδιο αυτό τα άτομα επινοούν φανταστικές αναστρέψιμες καταστάσεις και μπαίνουν σε διαπραγμάτευση.

Κατάθλιψη

«Δεν μπορώ να κάνω τίποτα/δεν υπάρχει κανένα νόημα πια». Καθώς το μη αναστρέψιμο της απώλειας γίνεται συνειδητό δημιουργούνται συναισθήματα βαθιάς θλίψης. Συνήθως παρατηρούμε απομόνωση, αδυναμία ή καταβολή, άγχος ή συναισθηματική απομάκρυνση. Μπορεί να υπάρξουν διαταραχές στον ύπνο, διαταραχές στη διατροφή, βαθιά μελαγχολία μέχρι και σκέψεις αυτοκτονίας.

Αποδοχή

«Έχω συμφιλιωθεί με αυτό που συνέβη». Καθώς το γεγονός γίνεται σταδιακά αποδεκτό, το άτομο μπαίνει σε φάση αξιολόγησης της τραυματικής εμπειρίας της απώλειας και αποδοχής της.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο κάθε άνθρωπος πενθεί διαφορετικά ανάλογα με τη φύση της απώλειας και το ψυχικό κόστος που προκαλεί, επομένως δεν είναι απαραίτητο να περάσει από όλα τα παραπάνω στάδια προκειμένου να ανακάμψει. Πολλοί άνθρωποι διαχειρίζονται την απώλεια χωρίς να διανύσουν κανένα από τα παραπάνω στάδια. Ίσως να νιώθουν τον εαυτό τους συναισθηματικά ανάπηρο, εξαιτίας της δυσκολίας τους να θλίβονται και να πενθούν, παρόλα αυτά η θλίψη που οφείλεται σε μια απώλεια βρίσκει πάντα μια έκφραση για να επουλωθεί, ακόμα κι όταν την εμποδίζουμε να εκδηλωθεί. Φόβος, άρνηση, απόγνωση, θυμός, θλίψη, άγχος είναι όλες φυσιολογικές αντιδράσεις έπειτα ή πριν από κάποια απώλεια και υποχωρούν με το πέρας του χρόνου.

Όπως είδαμε, βιώνουμε την απώλεια σε πολλές και διαφορετικές περιόδους της ζωής μας και το πένθος σαν ψυχική διεργασία δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη ροή ή ένταση. Επίσης η ανάμνηση κάποιας απώλειας μπορεί να αναβιώσει δύσκολα συναισθήματα στο άτομο είτε πυροδοτούμενη από κάποιο χωρισμό από αγαπημένο πρόσωπο είτε από κάποια σημαντική αλλαγή (π.χ. μετακόμιση). Το να προχωράμε μπροστά έπειτα από μια απώλεια δεν σημαίνει πως δεν θα νοσταλγήσουμε ή θυμόμαστε το χαμένο πρόσωπο. Από μόνη της η διαδικασία μεγαλώματος και εξέλιξης συμβολίζει μια απώλεια, στο μέτρο κατά το οποίο για να προχωρήσουμε μπροστά χρειάζεται πάντα κάτι ν’ αφήσουμε πίσω.

Πηγές:

Neimeyer, R. A. (2000). Lessons of loss: A guide to coping. Centre for Grief Education Clayton South.