Τα χρώματα στο σπίτι σου αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Στην αρχή δεν το παρατηρείς. Σταδιακά αρχίζει να σε ενοχλεί. Αποφασίζεις όμως ότι σε κουράζει να ασχοληθείς. Τελικά φτάνουν σε τέτοιο σημείο που, αν και είναι κουραστική η ιδέα, ξαναχρωματίζεις το σπίτι. Κόπιασες, αλλά ίσως άξιζε τελικά. Μόνο που ξεθωριάζουν ξανά, αυτή τη φορά πιο γρήγορα και τελικά γίνονται γκρι. Σε θλίβει αυτό. Αρχίζει να σου χαλάει τη μέρα. Στη δουλειά σκέφτεσαι ότι θα γυρίσεις σε ένα άχαρο γκρι σπίτι και αυτή η σκέψη σε βαραίνει ψυχικά. Αποφασίζεις να το ξαναβάψεις. Αυτή τη φορά είναι πιο κουραστικό, γιατί πρέπει να καλύψεις καλά τους τοίχους, φοβάσαι οτι το ξέβαμμα θα επανέλθει. Και τελικά επανέρχεται, πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Αρχίζεις να νιώθεις δυστυχισμένος και δυσφορικός μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Άλλοτε ήταν το καταφύγιό σου, τώρα όμως σταδιακά ό,τι έχει μέσα του χάνει το χρώμα του. Οι φίλοι σου παρατηρούν τη στεναχώρια σου, και σου προτείνουν να ξαναπροσπαθήσεις. Να το ξαναβάψεις. Δεν σε πιστεύουν ότι το έχεις δοκιμάσει δύο κουραστικές και μάταιες φορές. Επιμένουν ότι μάλλον δεν προσπάθησες αρκετά. Λένε, δε θα είχες τα σωστά υλικά. Λένε ότι μάλλον δεν κατέχεις την κατάλληλη τεχνική. Προτείνουν άλλες μάρκες μπογιάς, συστήνουν μάστορες. Μερικές φορές θυμώνουν μαζί σου: “Μα δεν είναι δυνατόν! Το θέμα είναι απλό, απλά πρέπει να το ξαναβάψεις!”. Εσύ από την άλλη, επιμένεις να μην ακολουθήσεις τις συμβουλές τους. Ίσως να φταις και λίγο για αυτό που σου συμβαίνει – σκέφτεσαι. Σταδιακά και όλη η πραγματικότητά σου γίνεται γκρι. Βουλιάζεις στη θλίψη. Αναρωτιέσαι γιατί να συμβαίνει αυτό. Βλέπεις τους άλλους να φαίνονται χαρούμενοι, σου λένε για όλα τα χρώματα που βλέπουν και νιώθεις απόμακρος και μειονεκτικός. Οι άλλοι σου λένε ότι είναι στο μυαλό σου, και πρέπει να προσπαθήσεις να τα δεις αλλιώς. Κουράστηκες… Νιώθεις ότι δεν σε καταλαβαίνει κανείς. Αποσύρεσαι. Πλέον δεν μιλάς καν για τη θλίψη σου. Φοβάσαι ότι κουράζεις και τους άλλους, ή ακόμα χειρότερα ότι απλά θα σου ξαναδώσουν κενές συμβουλές και θα θυμώνουν όταν επιμένεις ότι δεν έχει νόημα να ξαναπροσπαθήσεις. Μπορεί όντως να είναι όλα στο κεφάλι σου, αλλά η κούραση που νιώθεις είναι πραγματική. Απομονώνεσαι. Δεν έχει νόημα να τους γίνεσαι βάρος. Ούτε να σου θυμίζουν κάθε τόσο πόσο λάθος κάνεις. 

Το να λέμε σε κάποιον ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη να το δει θετικά, είναι σαν να του δείχνουμε μια φωτογραφία με φαγητό και να του πούμε να χορτάσει. Του θυμίζουμε τα πράγματα που θα έπρεπε να τον κάνουν χαρούμενο, όσα για τα οποία θα περιμέναμε να νιώθει ευγνωμοσύνη, σα να του λέμε ότι κάτι πάει στραβά με τον εαυτό του. Το οποίο είναι και ο βαθύτερος φόβος του. Είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο δυσκολεύεται να δει τον κόσμο όπως οι υπόλοιποι. 

Ένα κουρασμένο μυαλό εύκολα υπεργενικεύει, και εύκολα καταλήγει σε δυσλειτουργικά συμπεράσματα. “Αφού όλοι οι άλλοι άνθρωποι είναι χαρούμενοι και ευγνώμονες για τα καλά της ζωής τους, τότε εγώ μάλλον είμαι μίζερη και αχάριστη”. Έτσι έρχεται η ενοχή και η ντροπή επιπλέον της θλίψης. Το μυαλό ενός ανθρώπου με κατάθλιψη είναι συνεχώς γεμάτο και κουρασμένο. Όπως και όλων των άλλων. Η διαφορά όμως είναι ότι, ενώ το μυαλό των περισσοτέρων είναι γεμάτο και κουρασμένο με την οργάνωση του προγράμματος, των καθημερινών (μικρών ή μεγάλων) προβλημάτων και με υπενθυμίσεις για όσα πρέπει να γίνουν, το μυαλό ενός ατόμου με κατάθλιψη είναι γεμάτο με τον μηρυκασμό των σκέψεων για το πόσο λίγο αξίζει, πόσο αποτυχημένο και αχάριστο είναι, πόσο μάταια και κουραστικά είναι όλα στη ζωή. Επίσης, προτείνοντας σε κάποιον ουσιαστικά να αλλάξει ένα κομμάτι του εγκεφάλου του το οποίο βιολογικά δυσλειτουργεί, του στήνουμε παγίδα να αποτύχει, καθώς οι σκέψεις του δεν είναι θέμα άποψης. Έτσι, εντείνεται η εικόνα του εαυτού του ως αποτυχημένου, αδύναμου και ανόητου. 

Αυτό που έχουν κυρίως ανάγκη τα άτομα με κατάθλιψη δεν είναι συμβουλές, οι οποίες τελικά εντείνουν την αίσθηση ματαιότητας. Είναι κατανόηση και αποδοχή. Αυτό σημαίνει χώρο να εκφράσουν τις αρνητικές τους σκέψεις και τα συναισθήματά τους για αυτές. Η κατάθλιψη είναι μια σωματική κατάσταση, και αυτό σημαίνει πως οι σκέψεις αυτές, παράγωγα του μυαλού, είναι απόλυτα αληθινές για αυτόν που τις κάνει. Είναι πολύ βοηθητικό να δείχνουμε αποδοχή, και να μην προσπαθούμε να κουκουλώσουμε το πρόβλημα ή να δικαιολογούμε με ψέματα το φίλο μας σε άλλους. Η κατάθλιψη δεν είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε κάποιος να ντρέπεται, αντίθετα είναι αξιοθαύμαστη η προσπάθεια που κάνουν για να επιβιώσουν με αυτή, ακόμα και αν φαινομενικά η εντύπωση είναι πως δεν προσπαθούν. Για ένα άτομο με κατάθλιψη, κάθε μέρα είναι ένας αγώνας ενάντια στις χειρότερες σκέψεις που θα μπορούσε να κάνει κανείς, αλλεπάλληλα και αδιάκοπα. 

Είναι καλό να θυμόμαστε λοιπόν πως δεν εξαρτάται η κατάσταση από εμάς, όσο και αν θέλουμε να βοηθήσουμε ένα αγαπημένο άτομο με κατάθλιψη. Δεν δυσκολεύεται να βρει κίνητρο επειδή δεν συμβουλέψαμε αρκετές φορές ή δεν είπαμε τα σωστά πράγματα, αλλά επειδή η εγκεφαλική κατάσταση που ονομάζουμε κατάθλιψη είναι ένας τέτοιος τρόπος λειτουργίας, που στερεί το ίδιο το υπόβαθρο για λειτουργικό τρόπο σκέψης. Ακόμα και εάν θυμωμένα ξεσπάσματα επεκτείνονται σε αυτόν που προσπαθεί να βοηθήσει, είναι χρήσιμο να θυμόμαστε πως στην ουσία εκείνη την ώρα ‘μιλάει’ η κατάθλιψη. Εντούτοις, έχουμε σίγουρα το δικαίωμα να αποσυρθούμε, εάν αισθανόμαστε ότι η συνεχής έκθεση σε αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα μας κάνει κακό, καθώς ο καθένας μας αντιμετωπίζει και τις δικές του καταστάσεις στη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει πως απορρίπτουμε τον αγαπημένο μας με κατάθλιψη, αλλά ίσως μπορούμε να βοηθήσουμε με περισσότερο πρακτικούς τρόπους. Mπορούμε, για παράδειγμα, να αναζητήσουμε υπηρεσίες ψυχικής υγείας εάν μας το ζητήσει. Μπορούμε ακόμα να θέσουμε καταλληλότερα τη διαθεσιμότητά μας, ώστε να του παρέχουμε εμείς οι ίδιοι υποστήριξη, σύμφωνα πάντα με το δικό μας απόθεμα, και όχι ανεξέλεγκτα ή σε καθημερινή βάση. 

Σε κάθε περίπτωση, μέσω της ψυχοθεραπείας, ένα άτομο με κατάθλιψη μπορεί να αποκτήσει τα εργαλεία ώστε να αλλάξει, σιγά σιγά και σταδιακά τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο. Η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία μάθησης, που έχει το δικό της ρυθμό. Είναι όμως και μια συνθήκη συναισθηματικής ζεστασιάς και ασφάλειας. Ο συνδυασμός αυτός προσδίδει στο θεραπευτικό πλαίσιο τη δυνατότητα επίτευξης μιας σημαντικής αλλαγής. Και όπως συμβαίνει με όλες τις αλλαγές,  πετυχαίνουν καλύτερα όταν ακολουθώνται συνειδητά και με τον κατάλληλο ρυθμό. 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία :

Χριστοδούλου, Γ. Ν. (Eκδ.). (1998). Κατάθλιψη. Αθήνα, Ιατρικές Εκδόσεις ΒΗΤΑ.