Πολλές φορές ακούμε ανθρώπους να εκφράζουν δυσφορία στην καθημερινότητά τους η οποία αποδίδεται σε στρες ή άγχος. Το άγχος και το στρες είναι δύο έννοιες που, μολονότι χρησιμοποιούνται συχνά σε αντικατάσταση η μια της άλλης, εμφανίζουν ουσιαστικές διαφορές. Τόσο το άγχος, όσο και το στρες, αποτελούν συναισθηματικές αντιδράσεις του υποκειμένου σε ένα ερέθισμα, το οποίο ερμηνεύεται ως ενδυνάμει απειλή και το καλεί σε δράση.

Ωστόσο, στην περίπτωση του στρες, το ερέθισμα είναι αποκλειστικά εξωτερικής προέλευσης. Μπορεί να προέρχεται από όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, και μπορεί να αποτελείται είτε από ένα συγκεκριμένο περιστατικό, όπως για παράδειγμα μια προθεσμία επαγγελματικής φύσης ή ένας διαπληκτισμός με αγαπημένο πρόσωπο, είτε από μια μακρόχρονη συνθήκη που απειλεί κατά κάποιον τρόπο το υποκείμενο και το καλεί για δράση. Τέτοιου τύπου μακρόχρονες συνθήκες είναι η φτώχεια, μια χρόνια ασθένεια, η μετανάστευση και οι πληθυσμιακές διακρίσεις.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε συνθήκες στρες μπορεί να εμφανίσουν ψυχικά ή/και σωματικά συμπτώματα, όπως η ευερεθιστότητα, ο θυμός, η κόπωση, οι διαταραχές στην πέψη, οι διαταραχές ύπνου (αϋπνία, υπερυπνία), διαταραχές σεξουαλικής διάθεσης (υποσεξουαλικότητα, υπερσεξουαλικότητα). Από την άλλη, το άγχος ορίζεται ως μια σταθερή κατάσταση υπέρμετρης ανησυχίας, η οποία δεν παρουσιάζει άμβλυνση ακόμα και κατά την απουσία κάποιου εμφανούς εξωτερικού ερεθίσματος. Τα συμπτώματα του άγχους είναι όμοια με εκείνα που εμφανίζονται σε συνθήκες στρες. Διακρίνονται τρία επίπεδα έντασης: ήπια, μέτρια και βαριά.

Στις περιπτώσεις στρες, όπως και στις περιπτώσεις ελαφριάς μορφής άγχους, οι βασικές στρατηγικές αντιμετώπισης που κανείς μπορεί να εφαρμόσει αφορούν την καθημερινή ρουτίνα. Τακτική σωματική άσκηση, ισορροπημένη διατροφή και καλή υγιεινή του ύπνου αποτελούν μια καλή αρχή.
Αν έπειτα από εφαρμογή των βασικών στρατηγικών αντιμετώπισης τα συμπτώματα παραμένουν, τότε χρειάζεται κανείς να απευθύνεται σε ψυχολόγο, ο οποίος θα τον βοηθήσει στην εφαρμογή πιο εξειδικευμένων στρατηγικών αντιμετώπισης.

Εξαιρετικής σημασίας είναι η έγκαιρη ανάληψη δράσης κατά τη συνειδητοποίηση συμπτωμάτων άγχους, καθώς η αναβολή της ενισχύει την πιθανότητα παγίωσης ενός δυσλειτουργικού τρόπου απάντησης απέναντι σε μια ψυχοπιεστική συνθήκη. Στην εξέλιξή του, αυτός ο τρόπος απάντησης μπορεί να σταθεροποιηθεί και να δώσει τη μορφή σε μια υποκειμενική έκφραση άγχους. Η υποκειμενική έκφραση άγχους δεν είναι άλλο παρά ένας συνδυασμός συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα αυτά έχουν κατηγοριοποιηθεί και ταξινομηθεί στις ψυχιατρικώς καθορισμένες διαταραχές άγχους.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι παρακάτω:

  • Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
  • Κρίσεις πανικού
  • Διαταραχή κοινωνικού άγχους/Αγοραφοβία
  • Ειδικές φοβίες
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
  • Μετατραυματική διαταραχή
  • Καταθλιπτική διαταραχή
  • Μανία/Υπομανία
  • Δυσθυμική διαταραχή


Επομένως χρειάζεται να είναι κανείς σε θέση να εντοπίσει και να διακρίνει σε ποιες περιπτώσεις η δυσφορία που βιώνει στην καθημερινότητά του προέρχεται απο μια δύσκολη περίοδο, με εξωτερικής προέλευσης ψυχοπιεστικά στοιχεία, ή πότε η αιτία αυτής της δυσφορίας εδρεύει εσωτερικά, στους μαθημένους τρόπους διαχείρισης και αντίδρασης επί των εξωτερικών ερεθισμάτων.


Σε κάθε περίπτωση, οι διαταραχές άχγους δυσχεραίνουν την καθημερινότητα του υποκειμένου, παρακωλύουν τη λειτουργικότητά του και, σε ορισμένες περιπτώσεις συνιστούν απειλή για τη ζωή του. Είναι επομένως χωρίς έκπληξη που, στο πλαίσιο της πλήρους και αποτελεσματικής πρόληψης, οι αγχώδεις διαταραχές αντιμετωπίζονται πλέον παγκοσμίως σαν μάστιγα από δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς, κινητοποιώντας τους κοινωνικούς φορείς για πιο στοχευμένη δράση και εκτενέστερη ενημέρωση των πολιτών. Η γνώση και έγκαιρη συνειδητοποίηση ενδείξεων και σημείων που σχετίζονται με τις διαταραχές άγχους επιτρέπουν τον ακριβέστερο έλεγχό τους και ευνοούν την πρόγνωση τους για το πάσχον υποκείμενο.